8 Απριλίου 2014

Ιωάννινα - Ιστορία Πόλης - Μέρος 2β - Κλασικοί Χρόνοι

Με βάση παραδείγματα περισσότερο γνωστά από άλλες περιοχές της αρχαίας Ηπείρου, τεκμαίρεται ότι οι Ηπειρώτες της ύστερης εποχής του Χαλκού και της πρώϊμης εποχής του Σιδήρου ήταν εγκατεστημένοι σε χωριά, ασχολούμενοι με τη γεωργία και κυρίως με την κτηνοτροφία. Κατοικούσαν σε πολύ απλά σπίτια από ξερολιθιά, τουλάχιστον στα θεμέλια, συνήθως μονόχωρα. Πολλοί από αυτούς ζούσαν νομαδική ζωή και ασκούσαν το μεταπρατισμό στα κέντρα των πεδινών περιοχών, που τα αποτελούσαν οι αποικίες και οι μόνιμοι αγροτικοί οικισμοί. Παράλληλα, στα ορεινά της Πίνδου υπήρχαν και ημιμόνιμοι κτηνοτροφικοί οικισμοί.

Χειροποίητη κεραμική
μυκηναϊκής απομίμησης
από την Καστρίτσα
Τα αρχαιολογικά κατάλοιπα από τις παραπάνω θέσεις του λεκανοπεδίου των Ιωαννίνων πιστοποιούν ομοίως την οργάνωση των πληθυσμιακών ομάδων «κατά κώμας», δηλαδή την εγκατάσταση των κατοίκων σε μικρότερους ή μεγαλύτερους οικισμούς, κατά κανόνα μόνιμους και πιθανότατα ατείχιστους, όπου ζούσαν σε απλά σπίτια. Οι ομάδες αυτές ασκούσαν ένα μεικτό σύστημα οικονομίας (κτηνοτροφία και μικρές καλλιέργειες), παραγωγική διαδικασία που ενθαρρύνεται από το χαμηλό υψόμετρο του λεκανοπεδίου των Ιωαννίνων, το κλίμα, και τη γεωμορφολογία, παράγοντες που ευνοούν την οικιστική και την ανάπτυξη του πολιτισμού. Συγχρόνως επιτρέπουν την απόκλιση από το γνωστό σχήμα της νομαδικής ζωής των ορεινών πληθυσμών της Πίνδου «θέρος στα ορεινά-χειμώνας στα πεδινά» και διευκολύνουν την εγκατάσταση στο λεκανοπέδιο κτηνοτρόφων που ασκούν και περιορισμένης έκτασης γεωργία, πρακτική που ακολουθείται στο λεκανοπέδιο ως τις μέρες μας.

Τα στοιχεία που υπάρχουν δεν είναι επαρκή για την ανασύσταση της εικόνας της κοινωνικής οργάνωσης των πληθυσμιακών ομάδων του λεκανοπεδίου. Τα ευρήματα όμως από οικισμούς και τάφους της αυτής περιόδου από άλλες περιοχές της Ηπείρου πιστοποιούν την οργάνωση κατά γένη ή πατριές και κάποια στοιχειώδη κοινωνική διαστρωμάτωση με την ύπαρξη αρχηγών. Για το πολιτισμικό πλαίσιο αρκετές είναι οι ενδείξεις από το εμπόριο, που ασκείται τόσο με το νότο όσο και με το βορρά, όπως φανερώνουν εισηγμένα είδη βιοτεχνίας, ενώ παράλληλα διαφαίνεται και η ύπαρξη τοπικών βιοτεχνιών, όπως υποδηλώνουν οι τοπικές απομιμήσεις αγγείων και όπλων καθώς και η κατασκευή της χαρακτηριστικής τοπικής κεραμικής.

Ο αριθμός των θέσεων της ύστερης εποχής του Χαλκού και της πρώϊμης εποχής του Σιδήρου που εντοπίστηκαν μέχρι σήμερα δεν πρέπει να είναι αντιπροσωπευτικός των εγκαταστάσεων που θα υπήρξαν στην αρχαιότητα, δεδομένου ότι, έως και πριν από τις επεμβάσεις των τελευταίων δεκαετιών, το λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων, με τα πηγαία ύδατα, τις λιμναίες, ελώδεις πεδινές και ημιορεινές εκτάσεις στις τριγύρω λοφοσειρές και στις πλαγιές του Μιτσικελιού, αποτελούσε ένα ξεχωριστό οικοσύστημα, με πλούσια χλωρίδα και πανίδα. Ο πλούτος του οικοσυστήματος εξυμνείται με παραστατικό τρόπο σε απόσπασμα ποιήματος του Ησιόδου (Ηοίαι, 134.1) για την αρχαία Ελλοπία, με την οποία ταυτίστηκε, ήδη από τον περασμένο αιώνα, το λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων: « στην Ελλοπία με τα πολλά και ωραία λιβάδια, πλούσια σε πρόβατα και βόδια ζούσαν μυριάδες θνητών ανθρώπων».

Το παραπάνω απόσπασμα του Ησιόδου χρονολογείται περί το 700 π. Χ., όταν ήδη στην Ήπειρο έχει εγκατασταθεί το Ηπειρωτικό φύλο των Μολοσσών και το λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων αποτελεί το κέντρο της αρχαίας Μολοσσίας. Οι Μολοσσοί μετακινήθηκαν από την κοιτίδα τους, τη Δυτική Μακεδονία και τη Βόρεια Ήπειρο, κατά τον 12ο αι. π. Χ., και εγκαταστάθηκαν στην Κεντρική Ήπειρο, περίπου εντός των ορίων του σημερινού Νομού Ιωαννίνων, εκτοπίζοντας τους παλαιότερους κατοίκους Θεσπρωτούς, επί των οποίων επικράτησαν οριστικά στα τέλη του 5ου αι. π. Χ. Ο 12ος αιώνας θεωρείται εποχή αναστατώσεων για την Ήπειρο, γιατί συνδέεται με την εισβολή και τις μετακινήσεις των βορειοδυτικών ελληνικών φύλων, τα οποία υποχρεώθηκαν κάτω από την πίεση άλλων βορειότερων φύλων να μεταναστεύσουν νοτιότερα. Οι αναστατώσεις αυτές συνεχίζονται, όπως και στη νότια Ελλάδα, και στον 11ο αιώνα και χαρακτηρίζουν τη μεταβατική περίοδο μεταξύ της ύστερης εποχής του Χαλκού και της πρώϊμης εποχής του Σιδήρου. Τις μετακινήσεις των φύλων κατά την περίοδο αυτή η αρχαία γραπτή παράδοση συνδέει με την κάθοδο των Δωριέων (Ηρόδοτος, 1,56).

Χειροποίητα πήλινα
αγγεία με πλαστική
διακόσμηση
από την Κρύα
Επειδή το λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων είχε όλες τις προϋποθέσεις για να συμπεριληφθεί στις περιοχές εγκατάστασης των μολοσσικών φύλων, είναι προφανές ότι ο μεγάλος αριθμός των εντοπισμένων θέσεων κατά την παραπάνω περίοδο έχει σχέση και με τις μετακινήσεις αυτές. Προς το παρόν δεν έχουν διαπιστωθεί ανασκαφικά οικισμοί αποκλειστικά της πρώϊμης εποχής του Σιδήρου που να συνδέονται μόνον με εγκαταστάσεις των Μολοσσών. Ως εκ τούτου, από τα μέχρι στιγμής δεδομένα, προκύπτει ότι τουλάχιστον οι περισσότερες εγκαταστάσεις που εντοπίστηκαν συνεχίζουν την οικιστική παράδοση της εποχής του Χαλκού. Σε ορισμένες μάλιστα, η παράδοση αυτή ανάγεται ακόμα παλαιότερα, στους νεολιθικούς και παλαιολιθικούς χρόνους ( Καστρίτσα).





Χειροποίητα πήλινα
αγγεία με αμαυρόχρωμη
γραπτή διακόσμηση
από την Κρύα
Για τους προ της μολοσσικής εγκατάστασης χρόνους σημαντική μαρτυρία παρέχει η εγχώρια χειροποίητη, άβαφη, χονδροειδής κεραμική με πλαστική διακόσμηση (κατηγορία ΙΙ ), και η εγχώρια άβαφη, ημιχονδροειδής, ενίοτε στιλβωμένη κεραμική με μελανότεφρη ή καστανομέλανη επιφάνεια (κατηγορία ΙΙΙ ), η παρουσία της οποίας συνδέεται με τους παλαιότερους κατοίκους, τους Θεσπρωτούς. Για τη χρήση του χώρου κατά την ύστερη εποχή του Χαλκού σημαντική επίσης είναι η μαρτυρία των εισηγμένων μυκηναϊκών αγγείων και ειδών βιοτεχνίας, καθώς και αντίστοιχων τοπικών προϊόντων που μιμούνται τα μυκηναϊκά. Από τα χαρακτηριστικότερα ευρήματα της πρώϊμης εποχής του Σιδήρου είναι η εγχώρια, χειροποίητη, γραπτή, αμαυρόχρωμη, γεωμετρική κεραμική (κατηγορία VI). Της κεραμικής αυτής φορείς θεωρούνται οι Μολοσσοί, γι αυτό και η ανεύρεσή της πιστοποιεί την παρουσία τους στην περιοχή .

Για τον 8ο αι. π. Χ. και τους αρχαϊκούς χρόνους (700-480 π. Χ.), τα αρχαιολογικά και ανασκαφικά δεδομένα από άλλες περιοχές της Ηπείρου δηλώνουν εντατικοποίηση των σχέσεων της Ηπείρου με τη νότια Ελλάδα μέσω των αποικιών που ιδρύονται από τους Ηλείους, στο β΄ μισό του 8ου αι. π. Χ., και από τους Κορινθίους, στα τέλη του 7ου αι. π. Χ., στις πεδιάδες της Κασσωπαίας και του Αμβρακικού αντίστοιχα.
Για το λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων η εικόνα αυτή προβάλλει ξεκάθαρα και μόνον από την εγκατάσταση στην Πανεπιστημιούπολη Δουρούτης, η οποία προσφέρει ιδιαίτερα σημαντικές πληροφορίες, και προς το παρόν μοναδικές, για την αρχαιολογία του λεκανοπεδίου κατά την παραπάνω περίοδο.
Από τις άλλες θέσεις, μόνον οι εγκαταστάσεις στην Καστρίστα, το Κουτσελιό, το Πέραμα και το Μ. Γαρδίκι (Πασσαρώνα) φαίνεται να συνεχίζουν την παλαιότερη οικιστική παράδοση, γεγονός που οδηγεί, προς το παρόν, στην υπόθεση ότι, οι περισσότερες από τις εγκαταστάσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, με εξαίρεση τη Δουρούτη, ενδεχομένως από τα μέσα του 8ου αι. π. Χ. να εγκαταλείπονται.
Σιδερένιες
αιχμές δοράτων
και τμήμα εγχειριδίου
από το Πέραμα
Είναι πιθανό επίσης να συμβαίνει μετατόπιση οικισμών σε άλλες θέσεις, ακόμη άγνωστες, ή γνωστές, όπως η Δουρούτη.
Δεν αποκλείεται όμως και συγκέντρωση ήδη υπαρχόντων κωμών σε συγκεκριμένα εμπορικά και διοικητικά κέντρα, άγνωστα ακόμη, ή γνωστά, όπως η Καστρίτσα, το Μ. Γαρδίκι (Πασσαρώνα) και η Δουρούτη.
Η θέση Δουρούτη είναι κυρίως γνωστή για τα μεσαιωνικά μνημεία της, περισσότερο για την ομώνυμη Μονή του Αγίου Γεωργίου, που δεσπόζει στο χώρο της Πανεπιστημιούπολης, και λιγότερο για τη Μονή της Αγίας Παρασκευής, ερείπια της οποίας σώζονται ψηλότερα στο λόφο. Στο πλάτωμα της κορυφής του λόφου απαντούν οχυρωματικά έργα, σύγχρονα με αυτά του Μπιζανίου, ενώ στη θέση Χαλαζόνια, προς Νεοχωρόπουλο, έχει ανασκαφεί χριστιανικό νεκροταφείο των βυζαντινών χρόνων.

Δουρούτη.
Άποψη του κυκλικού
κτίσματος
και των άλλων
κατασκευών του
Βορείου Συγκροτήματος
Τα παραπάνω μνημεία πιστοποιούν τη συνεχή ανθρώπινη παρουσία στο χώρο, δεδομένου ότι, όπως ήδη αναφέρθηκε, στη Δουρούτη έχουν εντοπιστεί επίσης τάφος της ύστερης εποχής του Χαλκού, εντός της χαράδρας μεταξύ Νεοχωρόπουλου-Δουρούτης και θεμέλια κυκλικών κατασκευών, πιθανότατα της πρώϊμης εποχής του Σιδήρου, στο οροπέδιο της κορυφής του λόφου. Την εικόνα της διαχρονικής χρήσης του χώρου συμπληρώνουν οργανωμένο νεκροταφείο στο άνοιγμα της χαράδρας προς την Πανεπιστημιούπολη με τάφους τουλάχιστον από τον 8ο αι. π. Χ. έως και τα ελληνιστικά χρόνια, αρχαίο ιερό με οικοδομήματα και κατασκευές τουλάχιστον από τον 4ο αι. π. Χ. στις παρυφές της χαράδρας (Βόρειο Συγκρότημα) και τα πρανή του λόφου (Νότιο Συγκρότημα), τάφοι μεμονωμένοι ή κατά ομάδες, διάσπαρτοι σε ακτίνα περί τα 200 μ. από το νεκροταφείο, καθώς και σποραδικές ταφές, κυρίως αρχαϊκές, από το χώρο του Νοτίου Συγκροτήματος, οι οποίες ανήκουν στην προοικοδομική φάση του Ιερού.

Δουρούτη.
Άποψη των ορθογώνιων
κτισμάτων του
Νότιου Συγκροτήματος
Οι ανασκαφές αποκάλυψαν πάνω από 150 τάφους, τους 140 από αυτούς στο χώρο του νεκροταφείου, την πλειονότητα των οποίων αποτελούν λάκκοι καλυμμένοι με λιθοσωρούς. Ερευνήθηκαν επίσης λάκκοι με καλυπτήριες πλάκες, κεραμοσκεπείς και κιβωτιόσχημοι τάφοι, ταφές σε πίθους και αγγεία, ενώ εντοπίστηκαν καύσεις και περιπτώσεις ανακομιδής οστών. Τα εξαιρετικά σημαντικά ευρήματα του αρχαίου νεκροταφείου, μέρος των οποίων εκτίθεται στο Μουσείο Ιωαννίνων, απέδειξαν την ύπαρξη ενός αναπτυγμένου οικισμού, ιδιαίτερα από τον 8ο αι. π. Χ. και μετά. Όπως προκύπτει από τη μελέτη των ευρημάτων, οι κάτοικοι της κώμης αυτής δεν ασκούσαν απομονωμένοι αγροτικές και κτηνοτροφικές μόνο δραστηριότητες, αλλά ανέπτυξαν επαφές με τη Νότια Ελλάδα, κυρίως μέσω των αποίκων, την Ιταλία, κυρίως μέσω των Ηπειρωτών των παρακτίων περιοχών, καθώς και με φορείς πολιτισμών της Κεντρικής Ευρώπης, με τους οποίους αντάλλασσαν τα προϊόντα τους. Είχαν προχωρήσει σε οργάνωση μικρών βιοτεχνιών, οικογενειακού πιθανότατα χαρακτήρα, και είχαν εισαγάγει στην καθημερινή τους ζωή την πολυτέλεια της χρήσης αρκετών πραγμάτων και αγαθών, πέραν των απολύτως αναγκαίων για την επιβίωση, για την οποία ήταν συγχρόνως υποχρεωμένοι να μάχονται, όπως φανερώνουν τα όπλα που βρέθηκαν. Παράλληλα, η αποκάλυψη δύο συγκροτημάτων κτιρίων και όχι ενός μεμονωμένου κτίσματος, υποδηλώνει την ύπαρξη μεγάλου ιερού στο χώρο, κατάλληλου να εξυπηρετεί τις ανάγκες σημαντικής λατρείας με τη συμμετοχή μεγάλου αριθμού πιστών. Το είδος των κτιριακών εγκαταστάσεων, που αποκαλύφθηκαν έως τώρα, η μορφή και ο ιδιαίτερος χαρακτήρας των λατρευτικών-αφιερωματικών ευρημάτων, σε συνδυασμό με την τοπογραφία της περιοχής και έμμεσες επιγραφικές μαρτυρίες, υποδεικνύουν ταύτιση με ιερό αφιερωμένο στη θεά Δήμητρα.

Δουρούτη.
Άποψη του κυκλικού
πλακόστρωτου του
Νότιου Συγκροτήματος
Και τα δυο συγκροτήματα κτιρίων περιλαμβάνουν θεμέλια κυκλικών και ορθογώνιων κτισμάτων, τα οποία, από τα μέχρι στιγμής στρωματογραφικά δεδομένα, χρονολογούνται στο πρώτο μισό του 4ου αι. π. Χ., ενώ η χρήση του χώρου ανάγεται με πιθανότητα στην πρώϊμη εποχή του Σιδήρου. Μεταξύ των οικοδομημάτων που αποκαλύφθηκαν στο Βόρειο Συγκρότημα δεσπόζει κυκλικό κτίσμα από δυο ομόκεντρους τοίχους, το οποίο ταυτίζεται με τα γνωστά Θεσμοφόρια, όπου λάμβαναν μέρος τελετουργίες σχετικές με την ευκαρπία της γης και την ευγονία κατά την ομώνυμη γιορτή. Με σχετικά δρώμενα και με μυστικές ιεροπραξίες της λατρείας της θεάς Δήμητρας συνδέθηκαν και οι κατασκευές του αποκαλύφθηκαν στο Νότιο Συγκρότημα, μεταξύ των οποίων μεγάλο κυκλικό πλακόστρωτο και δύο ορθογώνια ναόσχημα κτίσματα. Από την επίχωση του μεγάλου κυκλικού κτίσματος προέρχονται τα περισσότερα ευρήματα του ιερού, τα οποία συνδέονται με προσφορές αντικειμένων και υλικών στη θεότητα, σχετικών με συγκεκριμένες τελετουργίες.
Δουρούτη.
Χάλκινο νόμισμα
Μ. Αλεξάνδρου
από το δάπεδο
του
κυκλικού κτίσματος
Μεταξύ αυτών χαρακτηριστικά είναι πήλινα ειδώλια γυναικών που κρατούν φιάλη ή δάδα, αγνύθες (υφαντικά βάρη) , σιδερένιο μαχαίρι, χάλκινο, χυτό ομοίωμα κεράτου, σφραγιδόλιθος με παράσταση ζώου, χάλκινο έλασμα, που πιθανόν φέρει παράσταση της θεάς Δήμητρας, τριβεία δημητριακών, θραύσματα οστών καθώς και πολλά όστρακα αγγείων, προϊστορικών και ιστορικών χρόνων, και θραύσματα κεραμίδων για την προσκομιδή των προϊόντων και την αποκομιδή των καθαγιασμένων υλικών.
Μαζί βρέθηκε επίσης χάλκινο νόμισμα Μ. Αλεξάνδρου, ιδιαίτερα σημαντικό για τη χρονολόγηση της χρήσης του χώρου.

Τα περισσότερα από τα κινητά ευρήματα των ανασκαφών προέρχονται από το νεκροταφείο. Ο μεγάλος αριθμός των κτερισμάτων μέσα στους τάφους μπορεί να θεωρηθεί ως δείγμα ευημερίας των κατοίκων.
Δουρούτη.
Χρυσή περόνη
του 6ου αι π.Χ
από παιδική ταφή
Μεταξύ των ευρημάτων, ιδιαίτερη θέση κατέχουν τα μεταλλικά αντικείμενα, εξαιτίας της πληθώρας και της καλής τους διατήρησης (χάλκινα και σιδερένια κοσμήματα, όπλα, εξαρτήματα, εργαλεία κ. α.).
Ορισμένα μάλιστα από αυτά, όπως π. χ. προτομή χάλκινου γρύπα και χάλκινες φιάλες, είναι σπάνια σε νεκροταφεία και η ασυνήθιστη παρουσία τους πιθανότατα συνδέεται με τη λειτουργία του Ιερού και τη λατρεία στο χώρο.
Ιδιαίτερα μεγάλος είναι επίσης και ο αριθμός των πήλινων ευρημάτων (αγγεία, ειδώλια, υφαντικά βάρη κ. α. ), ενώ απαντούν επίσης χρυσά και αργυρά κοσμήματα, γυάλινα αγγεία και οστέινα αντικείμενα.

Από τα παραπάνω ευρήματα, η κεραμική προσφέρει την πιο αξιόπιστη μαρτυρία για τη διαχρονική εγκατάσταση στη Δουρούτη, επειδή αντιπροσωπεύεται σε όλες τις εποχές χρήσης του νεκροταφείου. Η εγχώρια παραγωγή κεραμικής περιλαμβάνει τύπους αγγείων των γνωστών κατηγοριών του βορειοδυτικού πολιτισμικού χώρου, δηλαδή χειροποίητα και τροχήλατα όστρακα και αγγεία, ακόσμητα ή διακοσμημένα με επίθετα πλαστικά ή γραπτά κοσμήματα και σπανιότερα απομιμήσεις ύστερων μυκηναϊκών τύπων. Τα τοπικά αγγεία προέρχονται κυρίως από παλαιότερους τάφους, παντελώς κατεστραμμένους ή από υπολείμματά τους και σπάνια αποτελούν κτερίσματα σε νεότερους άθικτους τάφους, στους οποίους απαντούν συνήθως εισηγμένα αγγεία. Η διατάραξη των ταφών με την επανειλημμένη καταστροφή πολλών προγενέστερων από τους νεότερους τάφους, που διαπιστώθηκε, οφείλεται στη συσσώρευση πλήθους τάφων σε περιορισμένη έκταση (15 επί 18 μέτρα), παρά την άνεση του διαθέσιμου χώρου. Μεταξύ των αγγείων των ύστερων γεωμετρικών και αρχαϊκών χρόνων υπερτερούν τα κορινθιακά και οι τοπικές απομιμήσεις τους. Για τους ύστερους αρχαϊκούς και πρώϊμους κλασικούς χρόνους χαρακτηριστική είναι η παρουσία αττικών αγγείων, ορισμένα από τα οποία σώζουν ερυθρόμορφες παραστάσεις σημαντικών ζωγράφων. Για τον 4ο αι. π. Χ. χαρακτηριστική είναι η παρουσία αγγείων των κατωιταλιωτικών εργαστηρίων καθώς και οι τοπικές απομιμήσεις τους, ενώ με τη μετάβαση στα ελληνιστικά χρόνια πληθαίνουν τα προϊόντα των εγχώριων και άλλων ηπειρωτικών εργαστηρίων.

Στα ελληνιστικά χρόνια χρονολογείται και η μοναδική επιτύμβια στήλη που είναι γνωστή από την περιοχή, η οποία φέρει το όνομα του «Αντιόχου Μενεφύλου» και στεφάνι δρυός.
Ο Σ. Δάκαρης, ταυτίζοντας τον χωρίς εθνικό επίθετο Αντίοχο Μενεφύλου της επιτάφιας στήλης με τον γνωστό ως Ταλαιάνα Αντίοχο Μενεφύλου απελευθερωτικής επιγραφής από τη Δωδώνη, υποστήριξε ότι οι κάτοικοι της Δουρούτης ανήκαν στους Ταλαιάνες, οι οποίοι, σύμφωνα με τους αρχαίους συγγραφείς, κατοικούσαν στις οροσειρές προ του Τομάρου.
Επιτύμβια στήλη
Αντιόχου Μενεφύλου
Αρχαιολογικό
Μουσείο Ιωαννίνων
Ο Δάκαρης θεωρεί τους Ταλαιάνες ένα από τα πολυάριθμα, παλαιότερα φύλα των Θεσπρωτών, που κατοικούσαν στο λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων, τα οποία, με την εγκατάσταση των Μολοσσών στην Κεντρική Ήπειρο, άλλα μετακινήθηκαν προς νότια και ανατολικά, άλλα δε, αφού αφομοιώθηκαν από τους Μολοσσούς, θεωρήθηκαν στο εξής Μολοσσικά.
Επειδή η επιτύμβια στήλη βρέθηκε 2 χιλιόμετρα βορειοανατολικά του νεκροταφείου της Δουρούτης, περίπου στη διασταύρωση των δρόμων από Νεοχωρόπουλο προς Ιωάννινα και Σταυράκι, προκύπτει ότι η επικράτεια δράσης των Ταλαιάνων εκτεινόταν σε μεγάλο τμήμα της δυτικής πλευράς της λεκάνης των Ιωαννίνων.
Στην περίπτωση που η επιτύμβια στήλη ανήκει σε νεκροταφείο άλλης μολοσσικής κώμης, αποκτά εξαιρετικό ενδιαφέρον για τη μελλοντική έρευνα η εξακρίβωση της πυκνότητας και της χωροταξικής κατανομής των αρχαίων οικισμών τουλάχιστον στις δυτικές παρυφές του λεκανοπεδίου, όπου πρόσφατα εντοπίστηκαν άλλες δυο εγκαταστάσεις των Ταλαιάνων, στη θέση Άγιοι Απόστολοι Πεδινής και στην οδό Πεδινής - Αμπελιάς, οι οποίες επίσης συνεχίζουν παλιότερη οικιστική παράδοση.

Χάλκινο ξίφος
από τάφο μεταξύ
Πεδινής Αμπελιάς
Η έρευνα για την κατασκευή της Εγνατίας οδού στη θέση Άγιοι Απόστολοι Πεδινής, πάνω από τα αρχαιότερα λείψανα, αποκάλυψε τμήμα οικίας των κλασικών και ελληνιστικών χρόνων καθώς και θεμέλια κτιρίων και κιβωτιόσχημο τάφο του 4ου αι. π. Χ.
Στην οδό Πεδινής-Αμπελιάς, κοντά στην περιοχή του τάφου της ύστερης Μυκηναϊκής εποχής, αποκαλύφθηκε κατεστραμμένος τάφος και οικοδομικά λείψανα του 5ου αι. π. Χ. καθώς και ομάδα αγγείων των ελληνιστικών χρόνων.

Στο βορειοδυτικό τμήμα του λεκανοπεδίου των Ιωαννίνων, κατά τους κλασικούς χρόνους (5ος-4ος αι. π. Χ.), δέσποζε ο τειχισμένος οικισμός στο λόφο Μ. Γαρδίκι της κοινότητας Ροδοτοπίου.
Η εγκατάσταση ταυτίστηκε από τον καθηγητή Δάκαρη με την Πασσαρώνα, έδρα του βασιλικού γένους των Μολοσσών, όπου, στα τέλη του 5ου αι. π. Χ. συνοικίστηκαν οι κώμες της γύρω περιοχής και οχυρώθηκαν με πολυγωνικό τείχος, περιμέτρου 300 περίπου μέτρων.
Κατά τον 4ο αι. π. Χ. κατασκευάστηκε ένας ευρύτερος περίβολος τειχών, ο οποίος περιέβαλε αυτόν της κορυφής του λόφου σε μήκος περίπου 800 μέτρων. Ενδεχομένως ο εξωτερικός περίβολος των τειχών να ενισχύθηκε περαιτέρω επί Πύρρου (297-272 π. Χ.), πιθανότατα πριν από τη μεταφορά της πρωτεύουσας του κράτους του στην Αμβρακία το 295 π. Χ.
Οι παραπάνω εκτιμήσεις και χρονολογήσεις στηρίζονται σε ιστορικούς συσχετισμούς και αρχαιολογικές ενδείξεις, δεδομένου ότι στο χώρο μέχρι στιγμής δεν έχουν γίνει συστηματικές ανασκαφές.
Με βάση επιγραφικούς και άλλους συσχετισμούς εξάλλου εικάζεται η ύπαρξη Αγοράς και Γυμνασίου στην πόλη.
Μ. Γαρδίκι (Πασσαρών)
Άποψη ανατολικού τείχους
Σήμερα, από τον εξωτερικό περίβολο των τειχών διατηρείται καλύτερα η νότια και η ανατολική πλευρά. Η τελευταία έχει την ισχυρότερη οχύρωση, με θλάσεις και πύργους, εξαιτίας της ηπιότερης κλίσης του λόφου στο σημείο αυτό, και στο ΝΑ άκρο πύλη, από την οποία γινόταν η επικοινωνία με το λεκανοπέδιο Ιωαννίνων. Πύλη στη δυτική πλευρά των τειχών εξασφάλιζε την είσοδο σ’ αυτούς που έρχονταν από τη Θεσπρωτία και τα παράλια, ενώ την επικοινωνία με τις βόρειες περιοχές εξασφάλιζε πύλη στην βόρεια πλευρά των τειχών, προ της οποίας διακρίνονται τα κατάλοιπα διαμόρφωσης κοίλου Θεάτρου.
Τα τείχη της βόρειας πλευράς έχουν υποστεί μεγάλη καταστροφή και σώζονται σε ερείπια. Ερειπωμένο είναι και το εσωτερικό της ακρόπολης, όπου, εκτός από τα λείψανα του αρχαιότερου οχυρωματικού περιβόλου, μόλις διακρίνονται δεξαμενές νερού και θεμέλια κτιρίων.
Μ. Γαρδίκι (Πασσαρών)
Άποψη νότιου τείχους
Στην κατάσταση αυτή συνέβαλαν και οι νεότερες οχυρώσεις στο χώρο καθώς και οι σύγχρονες λαθρανασκαφές. Με τις μοναδικές, μικρής έκτασης, σωστικού χαρακτήρα ανασκαφές, που διενεργήθηκαν πρόσφατα από την αρμόδια Εφορεία Αρχαιοτήτων στο εσωτερικό της ακρόπολης, αποκαλύφθηκαν επίσης ιδιωτικές κατοικίες και δυο δημόσια οικοδομήματα των ελληνιστικών χρόνων και ήλθαν στο φως κινητά ευρήματα, κυρίως κεραμική, τα οποία συνδέουν την καταστροφή των οικοδομημάτων με αυτή των Ρωμαίων το 167 π. Χ.
Ωστόσο, ο οικισμός φαίνεται να ξανακατοικήθηκε κατά τους πρώτους ρωμαϊκούς αιώνες (1ος π. Χ-1ος μ. Χ ), πιθανόν ως έδρα τοπικού διοικητή, όπως φανερώνουν τα ευρήματα, κυρίως κεραμική, στο ένα από τα δυο δημόσια κτίρια που ανασκάφηκαν στην κορυφή της ακρόπολης. Μάλιστα πρόχειρη μεσαιωνική ταφή που αποκαλύφθηκε ανάμεσα στα αρχαία ερείπια είναι ενδεικτική για τη διαχρονική εγκατάσταση στο χώρο.
Εξάλλου, τα τούρκικα οχυρωματικά έργα του 1912-13, που σώζονται στην κορυφή του λόφου, μαρτυρούν για τη μεγάλη στρατηγική σημασία της θέσης και στα νεότερα χρόνια.

Δυο χιλιόμετρα βόρεια της Πασσαρώνας, στις παρυφές του λόφου Μ. Γαρδίκι σώζονται τα ερείπια του ναού του Αρείου Διός, τα οποία ήρθαν στο φως προ ετών με τις ανασκαφές των Δ. Ευαγγελίδη και Σ. Δάκαρη. Πέριξ του ναού είναι ορατά και άλλα οικοδομικά λείψανα, που δεν έχουν διερευνηθεί, τα οποία, όπως και ο ναός, έχουν υποστεί μεγάλη καταστροφή από τη σύγχρονη κατοίκηση στο γειτονικό χωριό Ροδοτόπι.
Άποψη των
ερειπίων ναού
του Αρείου Διός
Ο ναός του Αρείου Διός είναι περίπτερος, με πρόδομο και σηκό, διαστάσεων 19.30 Χ 11 μ. Ανατολικά του προδόμου έχει ευρύχωρη πλακόστρωτη αυλή (13Χ11 μ.), που διατηρεί ίχνη βωμού. Κατά τους ερευνητές, ο ναός χρονολογείται στα τέλη του 4ου αι. π. Χ., ενώ η λατρεία του Αρείου Διός στο χώρο ανάγεται στους προκλασικούς χρόνους. Ο ναός καταστράφηκε από τους Ρωμαίους το 167 π. Χ. και επισκευάστηκε ριζικά μετά τη ρωμαϊκή καταστροφή. Στη φάση της επισκευής του αποδίδονται θραύσματα ιωνικών κιόνων και κιονοκράνων από τοπικό ασβεστόλιθο που ήρθαν στο φως με τις ανασκαφές, ενώ στους προ της καταστροφής χρόνους χρονολογούνται ελάχιστα μαρμάρινα θραύσματα από τη στέγη που βρέθηκαν μαζί. Με τις ανασκαφές αποκαλύφθηκαν επίσης θεμέλιο βάθρου στα ΝΑ του ναού και ταφικός περίβολος με δυο ταφές στα ΒΔ του, αμφότερα ρωμαϊκών χρόνων, ενώ τμήματα βάθρων και επιγραφών ήρθαν στο φως κυρίως από την περιοχή στα ΒΑ του ναού.

Ο ναός του Αρείου Διός ήταν το επίσημο ιερό της πρωτεύουσας των Μολοσσών Πασσαρώνας. Εδώ συγκεντρώνονταν κάθε άνοιξη οι βασιλείς και ο λαός των Μολοσσών σε επίσημη τελετή και, αφού θυσίαζαν στο βωμό, αντάλλασσαν όρκους, οι μεν βασιλείς ότι θα κυβερνήσουν σύμφωνα με τους νόμους, ο δε λαός ότι θα διαφυλάξει τη βασιλεία.
Επιπλέον, στο ιερό του Αρείου Διός καταθέτονταν και φυλάσσονταν τα δημόσια ψηφίσματα σε αρχεία, όπως συνέβαινε και στο ιερό της Δωδώνης. Ένα από τα ψηφίσματα αυτά, μεταξύ Ατεράργων και Περγαμίων (232-167 π. Χ.), εκτίθεται στο Μουσείο Ιωαννίνων.
Από την περιοχή του ναού προέρχονται και ρωμαϊκές επιγραφές καθώς επίσης ακέφαλος ανδριάντας ρωμαίου αυτοκράτορα, εκτεθειμένος στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ιωαννίνων, ο οποίος θεωρείται πιθανό να ήταν στημένος επί του βάθρου στα ΝΑ του ναού.
Ο ανδριάντας χρονολογείται στον 2ο αι. μ. Χ., και εικάζεται ότι ανήκει στον αυτοκράτορα Αδριανό, ο οποίος είναι γνωστό ότι το 132 μ. Χ. είχε επισκεφτεί το ιερό της Δωδώνης και είχε πολλές φορές εκδηλώσει το ενδιαφέρον του για την Ήπειρο.

Ανάγλυφο από το ναό
του Αρείου Διός
Αρχαιολογικό Μουσείο
Ιωαννίνων
Στο ιερό του ναού του Αρείου Διός στην Πασσαρώνα βρέθηκε επίσης θραύσμα ενός ιδιαίτερα σημαντικού ανάγλυφου του 4ου αι. π. Χ., το οποίο εκτίθεται στο Μουσείο Ιωαννίνων.
Στο αποσπασματικά σωζόμενο έργο εικονίζεται ο Δίας σε άρμα που το σέρνουν λιοντάρια και είναι χαραγμένη η επιγραφή «αρά τω Διί ου βέλο[ς] διίπτατ[αι]» (ευχή στο Δία που ο κεραυνός του πετά παντού), εμπνευσμένη από λατρευτικό ύμνο ή επίκληση των Μολοσσών προς τον Άρειο Δία. Η επιγραφή αυτή έχει συσχετιστεί με το στίχο του Ευριπίδη «Όράς το λάβρον ου βέλος διέπτατο» (Ικέτιδες 860) και συνδέεται με πιθανή επίσκεψη του μεγάλου τραγικού στην Ήπειρο, όπου θεωρείται ότι παρουσίασε το έργο «Ανδρομάχη» στο θέατρο της Πασσαρώνας.
Θεωρείται πιθανό ο Αθηναίος ποιητής να άκουσε τον σχετικό ύμνο κατά την επίσκεψή του στην Πασσαρώνα. Δεν αποκλείεται όμως ο χαράκτης του ανάγλυφου να εμπνεύστηκε από το στοίχο του Ευριπίδη, αφού, όπως μαρτυρούν τα αρχαιολογικά δεδομένα, οι Ηπειρώτες των κλασικών χρόνων ήταν εξοικειωμένοι με την αττική δραματουργία.


Τέλος Μέρους 2β Ιωάννινα - Ιστορία Πόλης - Κλασικοί Χρόνοι
Πηγή: Καμπέρειο Ίδρυμα